οία

I
Ονομασία αρχαίων πόλεων.
1. Πόλη της Αίγινας. Οι Αιγινήτες είχαν φυλάξει εκεί τα ξόανα της Δαμίας και της Αυξίας (Δήμητρας και Περσεφόνης), για να τα προστατέψουν από την επιδρομή των Επιδαυρίων.
2. Μία από τις δύο πόλεις της θήρας. Από τις επιγραφές φαίνεται ότι στην πόλη υπήρχε παλαίστρα, γυμνάσιο, και, σύμφωνα με τον Πτολεμαίο, βρισκόταν στο δυτικό μέρος του νησιού.
3. Πόλη της Μεγάλης Σύρτης, ανάμεσα στην Αμαραία και τη Σαβράθη. Η λατινική ονομασία της ήταν Oea. Είχε χτιστεί από τους Φοίνικες και τον 1o αι. μ.Χ. είχε γίνει ρωμαϊκή επαρχία, οπότε και γνώρισε μεγάλη πρόοδο και ακμή. Καταστράφηκε τον 4o αι. από εισβολές των Λιβύων. 0 Πτολεμαίος την αναφέρει ως Εώα. Είναι η σύγχρονη Τρίπολη της Λιβύης.
II
Παράλιος οικισμός (υψόμ. 140 μ.) της Θήρας του νομού Κυκλάδων.
* * *
(I)
οἷα (Α) [οιός (II)]
(κατά τον Ησύχ.) «ὥσπερ, καθάπερ».
————————
(II)
οἴα, ἡ (Α)
βλ. ὄα (ΙΙ).
————————
(III)
οἴα, ἡ (Α)
(βλ. όα (Ι).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • οἴα — οἴᾱ , οἴη fem nom/voc/acc dual οἴᾱ , οἴη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) οἴ̱ᾱ , οἶος alone fem nom/voc/acc dual οἴ̱ᾱ , οἶος alone fem nom/voc sg (attic doric aeolic) οἴᾱ , οἰάω pres imperat act 2nd sg οἴᾱ , οἰάω imperf ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οία δη — οἷα δή (Α) [οία] (κατά τον Ησύχ.) «ἅτε δή, ὥσπερ δή» …   Dictionary of Greek

  • Οἴα — Οἴᾱ , Οἴη fem nom/voc/acc dual Οἴᾱ , Οἴη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἵα — οἵᾱ , οἷος such as fem nom/voc/acc dual οἵᾱ , οἷος such as fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἵᾳ — οἵᾱͅ , οἷος such as fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οία — Oia Pour les articles homonymes, voir OIA. 36°28′N 25°22′E / …   Wikipédia en Français

  • Οἶα — Οἶον Oeum neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἶα — ὄις sheep masc/fem acc sg (attic epic) οἶος alone neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἷα — οἷος such as neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέτοιος, -οια, -οιο — δεικτική αντων. 1. αυτού του είδους: Τέτοιο ζώο δεν ξαναείδα. 2. τάδε, ο, η, το (βλ. λ.): Μου είπε ο τέτοιος, πες τον ντε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.